RSS

Η ΚΡΙΣΗ, ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ

16 Οκτ

Με το ξέσπασμα της κρίσης πολλοί ανυποψίαστοι μέχρι τότε άνθρωποι αναρωτήθηκαν για το τι έφταιξε και η χώρα βρέθηκε έρμαιο στις βουλήσεις των ξένων πιστωτών της με συνέπεια να χάσει ακόμα και ένα μεγάλο μέρος της Εθνικής της Ανεξαρτησίας.

Πολλοί προσπάθησαν να δώσουν ιστορικές, κοινωνιολογικές ακόμα και μεταφυσικές ερμηνείες στα πράγματα, άλλοι να επιρρίψουν τις ευθύνες στο σύνολο του κοινωνικού σώματος, ενώ τα κόμματα και μάλιστα αυτά της εξουσίας δεν έχασαν την ευκαιρία μιας νέας μεγάλης κοκορομαχίας για το ποιος ευθύνεται περισσότερο στην άσκηση των πολιτικών που δημιούργησαν τα αδιέξοδα.

Ακόμα και σήμερα που οι επιπτώσεις από την εφαρμογή του μνημονίου και των μέτρων λιτότητας στο σύνολο του κοινωνικού σώματος είναι παραπάνω από εμφανείς και η αποτυχία των μέτρων επίσης, καθώς και η επέκταση της κρίσης βαθμιαία στο σύνολο της ευρωζώνης, πολλοί εξακολουθούν να ψάχνουν να βρουν τις αιτίες πολύ μακριά από εκεί που πραγματικά βρίσκονται.Προφανώς η κρίση δεν οφείλεται σε ένα αίτιο, είναι πολυπαραγοντική.

Το λάθος πάρα πολλών προβληματισμένων και μορφωμένων ανθρώπων, που όμως η σκέψη και η θέλησή τους είναι καθόλα πατριωτική, γίνεται στο πολιτικό επίπεδο και σε μια λανθασμένη κατάταξη στη σειρά σπουδαιότητας των προβλημάτων και των αιτίων που οδήγησαν σ’ αυτή τη τραγική θέση τη χώρα.

Και βέβαια σ’ αυτή την αντιστροφή των προτεραιοτήτων, το τι πάει πρώτο και είναι κεφαλαιώδες και τι ακολουθεί ως δεύτερο με αντίστοιχα μικρότερη σημασία κ.ο.κ. στηρίζεται κατά κύριο λόγο η «καθεστωτική» προπαγάνδα, ενισχύοντάς την με τους γνωστούς μηχανισμούς επηρεασμού της κοινής γνώμης.

Το να θεωρούμε όμως ότι αυτή οφείλεται μονοσήμαντα στην ελληνική «κακοδαιμονία», το πελατειακό, μεγάλο και σπάταλο κράτος, τη ροπή στη διαφθορά και τη «τεμπελιά» των Ελλήνων, φτάνοντας στο σημείο μάλιστα κάποιοι να ισχυρίζονται, ότι όλα αυτά οφείλονται σε κάποια γονιδιακού χαρακτήρα «παραξενιά» της φυλής, είναι λάθος, μας υποτιμά και οδηγεί σε ακόμα πιο λανθασμένα συμπεράσματα.

Βεβαίως και το «πολυμήχανο» του Έλληνα που τον κάνει εύκολα προσαρμοστικό και του δίδει κάποια αίσθηση ασφάλειας, ότι μπορεί να τα καταφέρει μόνος του καλύτερα, τον καθιστά περισσότερο ατομιστή, σε σημείο που να αισθάνεται εντελώς άβολα όταν καλείται να λειτουργήσει σε συλλογικές διαδικασίες, αλλά αυτό δεν είναι η πηγή των προβλημάτων.

Όπως δεν είναι η πηγή των προβλημάτων το ανοργάνωτο, πελατειακό, σπάταλο και διεφθαρμένο κράτος. Βεβαίως αυτό το τελευταίο επιτείνει τα προβλήματα, αλλά δεν είναι η γενεσιουργός τους αιτία. Θα λέγαμε μάλιστα, ότι και ο ίδιος ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα είναι και αυτός αποτέλεσμα και θύμα του κυρίαρχου αιτίου, που αναλύεται παρακάτω.

1. Το διεθνές περιβάλλον.

Ας κάνουμε όμως πρώτα μια μικρή αναφορά στο διεθνές περιβάλλον και πως αυτό εξελίχθηκε τα τελευταία χρόνια.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 προχωρούν οι διαδικασίες αναβάθμισης της Κοινής Ευρωπαϊκής Αγοράς σε ένα πρόπλασμα μιας πιο ολοκληρωμένης Ενοποίησης με τη λειτουργία νέων θεσμών όπως το Ευρωκοινοβούλιο. Είναι η εποχή της ένταξής μας στην Ε.Ο.Κ.

Ταυτόχρονα στη πολιτική και την οικονομική σκέψη και δράση των ανεπτυγμένων χωρών της δύσης αρχίζουν να επικρατούν οι θεωρίες της λεγόμενης σχολής του Σικάγου, δηλαδή του νεοφιλελευθερισμού, ενώ αρχίζουν να γίνονται όλο και πιο εμφανή τα προβλήματα οικονομικά και κοινωνικά του «αντιπάλου δέους» ήτοι των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της Σοβιετικής Ένωσης, το καθεστώς των οποίων θα καταρρεύσει με παταγώδη τρόπο στα τέλη της δεκαετίας του ’80 αφήνοντας πεδίον δόξης λαμπρόν στους «νικητές» αυτού του ακήρυχτου πολέμου μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών και του Κομμουνισμού, ή αυτού που ονομάστηκε έτσι.

Η παγκοσμιοποίηση καθίσταται πραγματικότητα και οι Η.Π.Α. η πρώτη και μοναδική υπερδύναμη προσπαθεί να ηγηθεί των νέων εξελίξεων.

Η παγκοσμιοποίηση, αποτέλεσμα και αυτή της ραγδαίας τεχνολογικής ανάπτυξης και της εξάπλωσης των επικοινωνιών, μαζί με την επικράτηση της απόλυτης κεφαλαιοκρατικής θεώρησης των πραγμάτων και ενός μοναδικού πόλου – κέντρου πλανητικής οικονομικής και πολιτικής εξουσίας έρχεται με τη σειρά της να ανακατανείμει και να διαμορφώσει μία νέα χωροταξία και σχέση μεταξύ των κέντρων λήψης αποφάσεων και της περιφέρειας που μετατρέπεται σταδιακά σε μία ευρεία ζώνη μετεγκατάστασης των παραγωγικών μονάδων.

Έτσι, παρατηρούμε την ολοένα και μεγαλύτερη μεταφορά και εγκατάσταση παραδοσιακών, αλλά και σύγχρονων μονάδων της παγκόσμιας βιομηχανίας σε περιοχές του πλανήτη που μπορούν να εξασφαλίσουν για πολλά χρόνια ακόμα ανεξάντλητο αριθμό φτηνών εργατικών χεριών.
Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης για λίγο και μόνο ως ενδιάμεσος σταθμός, αλλά κυρίως η Ανατολική και Νότια Ασία και πολύ αργότερα η Αφρική, αποτελούν ήδη τις μεγάλες βιομηχανικές περιοχές του πλανήτη. Όλες οι παραγωγικές μονάδες που το λειτουργικό τους κόστος εξαρτάται ως ένα μεγάλο βαθμό από το κόστος της εργασίας, όντας υποχρεωμένες να απασχολούν σχετικά μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών, στις περιοχές αυτές μετεγκαθίστανται. Εκεί πηγαίνουν επίσης οι λεγόμενες ρυπογόνες βιομηχανίες, εκεί μεταφέρονται σιγά – σιγά τα απόβλητα του ανεπτυγμένου κόσμου.

Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βόρειας Αμερικής σταδιακά απορρίπτουν τον παραγωγικό – βιομηχανικό τους χαρακτήρα και μετατρέπονται σε ένα μεγάλο πλανητικό διευθυντικοπολιτικό κέντρο. Οι έδρες των μεγάλων επιχειρήσεων, των διεθνών Τραπεζικών συγκροτημάτων και των πολιτικών αποφάσεων παραμένουν. Το Κεφάλαιο σ’ αυτές τις περιοχές εξακολουθεί, με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση να μεταφέρεται από την περιφέρεια και να συσσωρεύεται. (Για πόσο καιρό ακόμη, κανείς δεν γνωρίζει, ούτε μπορεί να προβλέψει…, μία απίθανης ισχύος στρατιωτική μηχανή έχει ήδη αναλάβει το ρόλο της προστασίας αυτής της Νέας Τάξης πραγμάτων στον παγκόσμιο καταμερισμό, αν και φαίνεται από τις τελευταίες εξελίξεις ότι τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία).

Ταυτόχρονα νέες δυνάμεις αναδεικνύονται και αποζητούν τον δικό τους ρόλο, η Κίνα, η Ινδία, αλλά πρόσφατα και η νέα, καπιταλιστική πλέον, Ρωσία. Δυνάμεις, που παρουσιάζουν μια σειρά από πλεονεκτήματα σε σχέση με τις δυνάμεις του μητροπολιτικού κέντρου. Τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό, απολύτως αναλώσιμο, ή και τεράστια αποθέματα φυσικών πόρων και πηγών. Ταυτόχρονα οι δυνάμεις αυτές, αναπτύσσουν στο εσωτερικό τους απέραντες αγορές, στις οποίες μπορεί και επιδιώκεται να διοχετευθεί το πλεονάζον προϊόν της παγκόσμιας παραγωγής, γεγονός που αποτελεί καθησυχαστικό παράγοντα όσον αφορά στην πιθανότητα αδυναμίας επέκτασης, ή και περιορισμού της κατανάλωσης στο κέντρο, (λόγω της φτωχοποίησης των λαϊκών μαζών).

Το αν οι δυνάμεις αυτές αναπτυχθούν σε τέτοιο βαθμό, που περνώντας το κρίσιμο σημείο, απειλήσουν αποφασιστικά την πρωτοκαθεδρία της Δύσης, φτάνοντας ακόμα και στα όρια μίας νέας παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης, ή ενσωματωθούν στο Παγκόσμιο Σύστημα αρκούμενες σε συμπληρωματικούς ρόλους, μέλει να αποδειχθεί. -

Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό της εποχής είναι επίσης, η σταδιακή αλλαγή του χαρακτήρα των κατόχων του Κεφαλαίου, το οποίο σταδιακά περνά από τα χέρια των βιομηχάνων – παραγωγών, στη κατοχή μεγάλων υπερεθνικών τραπεζοπιστωτικών Οργανισμών, σε διαμεσολαβητές, μεταπράτες και χρηματιστηριακούς κερδοσκόπους. Βέβαια η τάση αυτή υπήρχε από παλιά, αλλά σήμερα είναι απολύτως κυρίαρχη, με την επικράτηση του τριτογενούς τομέα και των Υπηρεσιών, ως πρωταρχικού τομέα της οικονομικής ανάπτυξης διεθνώς. Τεράστια κεφάλαια διακινούνται από τη μία άκρη της γης στην άλλη, με το πάτημα ενός κουμπιού. Ένα μεγάλο μέρος του παραγόμενου πλούτου, κατά κανόνα, δεν επενδύεται ξανά σε παραγωγικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις, παρά μόνο σε χρηματιστηριακές κινήσεις άμεσου κέρδους, χωρίς το παραμικρό κοινωνικό αντίκρισμα.

Παραγωγικές επιχειρήσεις συγχωνεύονται, εξαγοράζονται ή πωλούνται, κατακερματίζονται ή αλλάζουν χαρακτήρα, με μόνο σκοπό τη προσπόριση άμεσων κερδών στις χρηματιστηριακές αγορές. Έτσι, ο υπέρτατος στόχος είναι η αέναος ποσοστιαία αύξηση της κερδοφορίας, και συνακόλουθα αύξηση της τιμής των μετοχών, που βέβαια δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της αύξησης της τιμής των προϊόντων, διότι αυτά πρέπει να παραμείνουν ανταγωνιστικά, ούτε μόνο με την ποσοτική αύξηση των πωλήσεων, η οποία εξαρτάται από το μέγεθος των αγορών, όπου επίσης ο ανταγωνισμός, όπου λειτουργεί, αποτελεί ανασχετικό παράγοντα, αλλά ταυτόχρονα, μέσω της απόλυτης μείωσης του λειτουργικού κόστους, δηλαδή με την προσπάθεια απαλλαγής από κάθε φορολογία και την ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση του κόστους εργασίας, δια μέσου απολύσεων προσωπικού από τη μία πλευρά, αύξηση του χρόνου εργασίας με ταυτόχρονη μείωση μισθών και οποιοδήποτε άλλων παροχών του προσωπικού που κατ’ ελάχιστον θα πρέπει να παραμείνει για τη στοιχειώδη λειτουργία της επιχείρησης, από την άλλη.

Στο εσωτερικό λοιπόν, αυτού του μεγάλου διευθυντικοπολιτικού κέντρου της Δύσης, αναπτύσσεται μια νέα οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα: από τη μία πλευρά η ραγδαία αύξηση του συσσωρευμένου πλούτου, αλλά σε όλο και λιγότερα χέρια και από την άλλη, μια εξ ίσου ραγδαία επέκταση της φτώχιας, η συμπίεση των μεσοαστικών στρωμάτων, η συστηματική συρρίκνωση των δικαιωμάτων και της αγοραστικής δύναμης των λιγότερο προνομιούχων στρωμάτων του πληθυσμού, αφού λόγω της μείωσης των υφιστάμενων θέσεων εργασίας και της αδυναμίας δημιουργίας νέων (λόγω πάντα της μετανάστευσης των παραγωγικών μονάδων και της επιδίωξης μεγιστοποίησης της κερδοφορίας αφ’ ενός και της Τεχνολογίας αφ’ ετέρου), η Ανεργία (μαζί με την υποαπασχόληση, ή την μερική απασχόληση), τείνει να γίνει το κύριο χαρακτηριστικό της νέας αυτής πραγματικότητας, μολονότι όλες οι κυβερνήσεις ομνύουν στον, μέσω της συνεχούς και αέναου ανάπτυξης, περιορισμό της.

Το φαινόμενο αυτό τείνει να προσλάβει σταδιακά, δραματικό χαρακτήρα σε χώρες που ποτέ δεν διέθεσαν ένα αξιόλογο παραγωγικό υπόβαθρο, ή επαρκείς φυσικούς πόρους και παρέμεναν πάντα στη περιφέρεια του συστήματος, εξαρτώμενες άμεσα από τα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα. Τέτοια χώρα παραμένει η Ελλάδα, παρά την ένταξή της στον «σκληρό» πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εάν είναι αλήθεια, ότι ο βασικός νόμος της «ελεύθερης» αγοράς είναι η σχέση προσφοράς – ζήτησης, τότε το ίδιο ισχύει και στην αγορά εργασίας, ιδίως στην παγκοσμιοποιημένη και «υπερ-καπιταλιστικοποιημένη» πλέον αγορά, όπου η ολοένα αυξανόμενη μετανάστευση των επιχειρήσεων προς τη περιφέρεια, συνοδεύεται από την ολοένα και μεγαλύτερη εισροή εργατικών χεριών από τη περιφέρεια προς το κέντρο.

Όσο μικρότερη λοιπόν, είναι η προσφορά θέσεων εργασίας, τόσο η ζήτηση για τέτοιες θέσεις αυξάνει και ο «ελεύθερος ανταγωνισμός» οδηγεί στην ολοένα και πιο μεγάλη υποχώρηση στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες των διεκδικητών και από την άλλη πλευρά, στην αποθράσυνση των εργοδοτών και στην αυξανόμενη πίεση στις Κυβερνήσεις για κατάργηση κάθε καταχτημένου με αγώνες εργατικού δικαιώματος και για κατεδάφιση κάθε έννοιας κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας.

Έτσι, είναι τραγική όντως η ειρωνεία, η γνωστή πάλη των τάξεων να «παραχωρεί» σταδιακά τη θέση της στην διαπάλη μεταξύ των μελών της ίδιας τάξης, για την εξασφάλιση μίας έστω και κακοπληρωμένης θέσης απασχόλησης.

Παράλληλα, στις μεσαίες τάξεις, μολονότι και αυτές συνθλίβονται από τις μεγάλες πολυεθνικές αλυσίδες και τα μονοπώλια και σπρώχνονται ολοένα σε βαθύτερη κρίση και ανασφάλεια, το σύστημα προσπαθεί να διατηρήσει την ψευδαίσθηση του «ανταγωνισμού» και μέσω αυτού, της δικής τους ανάκαμψης.

Έγραφε ο Ρούσσος Βρανάς στις 5/6/2007 στην εφημερίδα «Τα Νέα»:
«Στην ουτοπία… του φιλελευθερισμού, κανείς δεν είναι φτωχός. Όλοι πιστεύουν πως αργά ή γρήγορα θα πιάσουν την καλή, θα γίνουν πλούσιοι. Οι μεσαίες τάξεις δεν βλέπουν τους πλούσιους ως ταξικούς εχθρούς. Ζηλεύουν την επιτυχία τους και αισθάνονται πως κάποτε θα γίνει και δική τους. Δεν θεωρούν πως οι πλούσιοι πλούτισαν επειδή ιδιοποιήθηκαν ένα μέρος από τον δικό τους μόχθο. Πιστεύουν πως οι πλούσιοι δημιουργήθηκαν από το μηδέν και πως είναι στο χέρι τους να τους μοιάσουν. Δεν θέλουν να ξαναμοιραστεί πιο δίκαια το εισόδημα των πλουσίων σε όλες τις τάξεις. Γιατί κάτι τέτοιο θα τους χαλούσε το όνειρο. Κάποτε οι αριστεροί έλεγαν πως ο εργαζόμενος πρέπει να αποτινάξει τη δουλοπρέπεια του, να αρχίσει να συγκρίνει την κατάστασή του με την κατάσταση των πλουσίων για να διεκδικήσει όσα του ανήκουν, να ταυτίζεται με τους ομοίους του, εργαζόμενους ή άνεργους, ντόπιους ή ξένους. Αυτό το ανέτρεψε ο φιλελευθερισμός. Σήμερα, ο εργαζόμενος ταυτίζεται με τους πλούσιους και απαρνιέται τους ομοίους του: ο μετανάστης τρέχει να πάρει το επίδομα της πρόνοιας κι όχι αυτός, ο άνεργος τεμπελιάζει κι όχι αυτός. Θα μπορούσε κανείς να επιχειρήσει να τον φέρει στα λογικά του, να του πει πως δύο και δύο κάνουν τέσσερα και πως άλλος είναι ο ταξικός εχθρός. Όμως εκείνος θα του απαντήσει: «Και γιατί παρακαλώ να αλλάξουν τα πράγματα, όταν με ένα γύρισμα της τύχης ή με μια καλή προσπάθεια, μπορεί να βγω κι εγώ από αυτά τα σκατά;».

Η «επιτυχία»…… του να κερδίσεις το Λόττο. Η «επιτυχία» του μικρού «αυτοδημιούργητου». Η «επιτυχία» του νικητή του τηλεπαιχνιδιού. Η ανέλπιστη ευκαιρία του μπατίρη, του τελειωμένου, του ξοφλημένου, να πάρει την εκδίκησή του».

Πρόκειται για τον απόλυτο θρίαμβο του Καπιταλισμού, τώρα που το περίφημο «κοινωνικό» κράτος του 20ου αιώνα έκανε τους προλετάριους να σκέπτονται ότι έχουν πολύ περισσότερα να χάσουν «από τις αλυσίδες τους», αφού πριν την όποια σκέψη για αντίδραση πρέπει να εξασφαλίσουν πρώτα τη δόση για τη παραφουσκωμένη πιστωτική τους κάρτα, τη δόση του δανείου για το σπίτι, τα δίδακτρα του σχολείου των παιδιών τους, την ασφάλεια του αυτοκινήτου και τόσα άλλα μικρότερα και μεγαλύτερα «αγαθά» της επίπλαστης καπιταλιστικής ευημερίας, που «έρχεται» με την εξασφάλιση της όσο το δυνατό μεγαλύτερης ανταγωνιστικότητας, της επιχειρηματικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων.

Πολλοί μπορεί να μην έχουν καν τη παραμικρή πρόσβαση σ’ αυτά, αλλά μια θέση εργασίας, αποτελεί το εισιτήριο για τον «παράδεισο». Τι κι αν η ανεργία από τη μισθωτή εργασία απέχει μόλις 600 € το μήνα, (τώρα, γιατί σε λίγα χρόνια ίσως πολύ λιγότερα!)…….

Τώρα πια, δεν υπάρχει το σκοινί που ο καπιταλίστας θα ήταν διατεθειμένος να πουλήσει ακόμα και σ’ αυτούς που θα τον κρεμούσαν με αυτό, ή μάλλον υπάρχει, αλλά οι ενδιαφερόμενοι πλέον «εκτελεστές», ψάχνουν πρώτα να βρουν δουλειά, (ή αν εργάζονται, δανεικά για να ξεπληρώσουν το διακοποδάνειο του περασμένου καλοκαιριού και μια θέση να παρκάρουν)!.
Η απόλυτη εκδίκηση του παρ’ ολίγον «θύματος». Οι παρ’ ολίγον «θύτες» του μετά από έναν ολόκληρο αιώνα αγώνων και θυσιών κατάφεραν να βγάλουν τις αλυσίδες από τα χέρια τους κι αυτές γλιστρώντας, να τυλιχθούν γύρω από το λαιμό τους!

Οι κυβερνήσεις αναλαμβάνουν τον ρόλο του διαχειριστή της ανασφάλειας της κοινωνίας.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών! Να εξευρεθούν νέες θέσεις εργασίας.
Και πως θα γίνει αυτό;
Μα με την ανάπτυξη της Οικονομίας.
Και πως θα αναπτύσσεται η Οικονομία;
Μα με τις επενδύσεις και την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.
Και πως θα γίνουν οι επιχειρήσεις περισσότερο ανταγωνιστικές;
Μα με την μείωση του λειτουργικού τους κόστους.
Και πως θα μειωθεί το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων;
Μα με την απελευθέρωση των απολύσεων, του ωραρίου, την μείωση των αποδοχών, των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών και τις φορολογίας των κερδών.
Και πως θα γίνουν όλα τα παραπάνω;
Μα την κατάργηση των προνοιακών και ασφαλιστικών συστημάτων και την συνακόλουθη μείωση των ελλειμμάτων, που θα απελευθερώσουν πόρους για επενδύσεις. Την κατάργηση κάθε έννοιας Κοινής Ωφέλειας.
Και εν τέλει πως θα γίνουν όλα αυτά;
Μα με τον κατευνασμό κάθε «συντηρητικής» αντίδρασης, άρα με την κατάργηση κάθε συλλογικής διαπραγμάτευσης και σύμβασης και άρα των ίδιων των συνδικάτων (άραγε τι τη χρειαζόμαστε την ΟΤΟΕ; διερωτήθηκε κάποτε αθώα ο παμπόνηρος γηραιός πολιτικός!).

Ο κάθε εργαζόμενος να διαπραγματεύεται μόνος με τον εργοδότη του την αμοιβή της εργασίας του. Έτσι, θα μειώνεται εξ’ άλλου και η ….κοινωνική διάκριση μεταξύ των «προνομιούχων» εργαζομένων και από την άλλη πλευρά των ανέργων, που προκαλείται από την απόσταση των περίπου 600 € που προαναφέρθηκε (για τα «ρετιρέ» των 1200 € δεν συζητείται καν, αυτά κι αν αποτελούν κοινωνική πρόκληση και πρέπει να κατεδαφιστούν!). Μπορεί να φανταστεί κανείς την ανακούφιση των ανέργων αν οι αμοιβές τις εργασίας φθάσουν τα 100 € τον μήνα! Όσο για τους συνταξιούχους: Ο μη εργαζόμενος, μηδέ εσθιέτω!.

Και τελικά πως μπορούν να γίνουν όλα αυτά;

Με την πλήρη αποδυνάμωση του κράτους και του ρυθμιστικού του ρόλου. Τα πάντα να ρυθμίζονται από τις αγορές. Το κράτος ένα και μοναδικό ρόλο μπορεί να έχει: τον έλεγχο των μαζών, τη διαχείριση της ανασφάλειας τους και τη καταστολή οποιασδήποτε αντίδρασης.
Ουσιαστικά δηλαδή, με τον ευτελισμό και τη κατάργηση εν τέλει της ίδιας της Δημοκρατίας. Τι να τα κάνουμε τα κόμματα και τη Βουλή; Αφού δεν μπορεί να υπάρξει αντιπαράθεση επί της ουσίας! Μια τέτοια αντιπαράθεση αντιστρατεύεται την Ανταγωνιστικότητα και την Ανάπτυξη.
Προς το παρόν όμως, αυτό είναι ανομολόγητο. Είναι αναγκαία και τα κόμματα και η Βουλή, υπό προϋποθέσεις: Κανένα κόμμα, ή παράταξη δεν μπορεί παρά να εκφράζει μόνο τις ίδιες αρχές, τις ίδιες αξίες της καπιταλιστικής Ολοκλήρωσης, οποιαδήποτε άλλη αρχή ή σκέψη, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το υπέρτατο Συμφέρον.

Έτσι, όλοι πρέπει να είναι ίδιοι. Στον επαγγελματικό πλέον Κοινοβουλευτισμό, όπως βιώνουμε σήμερα το Πολίτευμα, δεν μπορούν παρά να διαφέρουν μόνο στα λόγια, στο ύφος, στην εικόνα, στον τρόπο τελικά, που διαχειρίζονται την κοινωνική ανασφάλεια. Μέχρι να πεισθεί και ο τελευταίος πολίτης, ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη επιλογή!

Όποιος διαφέρει πραγματικά, ας γίνει γραφικός! Ή έστω ας παίξει το ρόλο του αμορτισέρ των όποιων κραδασμών.

Ο νέος Φασισμός δεν έχει ανάγκη από τους μελανοχίτωνες και τη τυφλή βία. Έχει νέο πρόσωπο και προσωπείο: Το life-style, την μιντιοκρατία, τον πολιτικό «πολιτισμό», την ελευθεριότητα με την ανοχή, τάχα, όλων των απόψεων, τον καθωσπρεπισμό της ομοιομορφίας, τη κατάργηση των «ξεπερασμένων» διαχωριστικών γραμμών, τον θάνατο των ιδεολογιών, τη κατάργηση της ίδιας της Ιστορίας.

Ο νέος Φασισμός δεν έχει ανάγκη από αρχηγό, δεν έχει ανάγκη από σχεδιασμό και από ένα πολύ καλά οργανωμένο καθοδηγητικό κέντρο. Απλά προκύπτει, από την ίδια τη φορά των πραγμάτων.

Αλλά, κι αν τα παραπάνω φαντάζουν υπερβολικά και για κάποιους ίσως χωρίς βάση, υπάρχει πρόσθετος λόγος φυσικής συνέπειας. Αφού οι μάζες που προσφέρονται στη μισθωτή εργασία, ολοένα και καθίστανται λιγότερο χρήσιμες στη παραγωγική διαδικασία, είναι λογικό να περιθωριοποιούνται ταυτόχρονα και πολιτικά, να μην τους αναγνωρίζεται από τις διάφορες οικονομικο-διευθυντικο-πολιτικές ελίτ, το δικαίωμα στην ισότιμη εκπροσώπηση στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Οι μεγάλες λαϊκές μάζες έχουν πλέον ενδιαφέρον μόνο ως καταναλώτριες των προϊόντων, αλλά ως εκεί. Οι όποιες παροχές και δυνατότητες επιβίωσης, τελειώνουν στο βαθμό, που αναπτύσσονται νέες αγορές και δυνατότητες απορρόφησης της παραγωγής εκεί.

Έτσι, η ακρίβεια και ο πραγματικός πληθωρισμός έρχονται να προστεθούν στην ανεργία, την υποβάθμιση των συστημάτων πρόνοιας, υγείας και παιδείας, σπρώχνοντας όλο και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας στην ανασφάλεια και τελικά στο περιθώριο, προσλαμβάνοντας, υποεκπροσωπούμενα πολιτικά, ολοένα και περισσότερο χαρακτηριστικά λούμπεν.

Ακόμα και τα «μεσαία» στρώματα, που έχουν πετύχει ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο και έχουν φτιάξει μικρές ή μεγαλύτερες περιουσίες τα περασμένα χρόνια, βλέπουν να ξοδεύουν ολοένα και πιο πολλά, για να διατηρήσουν αυτό το επίπεδο, να αιμορραγούν οικονομικά για να εξασφαλίσουν ικανοποιητική εκπαίδευση στα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία, να ξοδεύουν περιουσίες στα ιδιωτικά νοσοκομεία και κλινικές, σε περιπτώσεις σοβαρών προβλημάτων υγείας και έτσι βρίσκονται μπροστά στην ανασφάλεια και το άγχος του «μέχρι πότε κάποιος μπορεί να τρώει απ’ τα έτοιμα;».

Το «δόγμα» του «άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις», γίνεται ξανά κυρίαρχο και διαπερνά οριζόντια και κάθετα το σύνολο της κοινωνίας. Αυτό κάνουν τ’ αφεντικά, και οι περί αυτών μεγαλογιατροί, μεγαλοδικηγόροι, μεγαλοδημοσιογράφοι, πληρωμένοι κονδυλοφόροι, τηλεπαρουσιαστές, τραπεζίτες, μάνατζερς, χρηματιστές, κρατικοδίαιτα κομματικά στελέχη, βουλευτές και υπουργοί…, αυτό θα κάνουν και οι υπόλοιποι.… Η διαφθορά στο απόγειό της. Και ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα!

Η κοινωνία δεν ριζοσπαστικοποιείται, αντίθετα αποκοινωνικοποιείται. Ο σώζον εαυτόν σωθείτω! Η λευκή ψήφος, η αποχή, η ψήφος διαμαρτυρίας, η «αρνητική» τελικά ψήφος σ’ αυτόν που μπορεί να διαχειρίζεται καλύτερα την ανασφάλειά μας, δεν αποτελούν όπως επιπόλαια ερμηνεύεται, αριστερή στροφή, ή ριζοσπαστικοποίηση, αλλά αντίθετα αποκοινωνικοποίηση, που αποτελεί σύμπτωμα βαθιάς συντηρητικοποίησης της κοινωνίας, μιας κοινωνίας της απογοήτευσης και της «χύμα διαμαρτυρίας», χωρίς προσανατολισμό, αρχές και όραμα, που τα μέλη της, ιδιώτες πλέον και όχι πολίτες, κλείνονται στον εαυτό τους, απορρίπτοντας οτιδήποτε συλλογικό. Οι ιδιώτες – πολίτες, πεισμένοι ότι τίποτε δεν αλλάζει, δεν συμμετέχουν. Απλά, παρακολουθούν τη δημόσια ζωή μέσα από τα «παράθυρα» των καναλιών, ως ένα θέαμα, απαντούν στις ερωτήσεις των δημοσκόπων, ψηφίζουν ή δεν ψηφίζουν, περίπου όπως οι θεατές του ιπποδρόμου, ποντάροντας κάθε φορά, στο «άλογο» που θεωρούν ότι θα κερδίσει τη κούρσα.

Μπορεί τα παραπάνω, να αποτελούν συμπτώματα μιας παρακμιακής διαδικασίας που έχει εισέλθει η ελληνική κοινωνία και πολιτική, κλείνοντας τον κύκλο του εκδημοκρατισμού και της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας, που ξεκίνησε με τη πτώση της χούντας και ολοκληρώθηκε με την ένταξη στην Ο.Ν.Ε. (μεταπολιτευτικός κύκλος), αλλά τα ίδια ή παρόμοια συμπτώματα, με τα ίδια ή διαφορετικά χαρακτηριστικά, παρατηρούνται λίγο πολύ, σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου, με μεγαλύτερη, ή μικρότερη ένταση, ανάλογα και με το επίπεδο ανάπτυξης, την κουλτούρα και τις παραδόσεις κάθε λαού, με κοινή συνισταμένη όμως τη νέα βαρβαρότητα που ακολουθεί την παγκόσμια επικράτηση της κοινωνίας της Αγοράς (Το μέγεθος όμως της επίθεσης σε βάρος των μικροαστικών στρωμάτων είναι τέτοια που τα πρώτα σημάδια αφύπνισης και αντίδρασης ήδη είναι εμφανή).

Τελικά, πολύ λίγο ή καθόλου ενδιαφέρει η κοινωνική συνοχή , στο μέτρο που η επίτευξη της εμποδίζει, ή θεωρείται ότι εμποδίζει, τη κερδοφορία (κερδοσκοπία). Εξ’ άλλου, η κοινωνική συνοχή είναι επιθυμητή εφ’ όσον εξασφαλίζει τη κοινωνική «ειρήνη» και αυτό δεν είναι δουλειά των επιχειρήσεων και των ιδιωτών, αλλά των κυβερνήσεων, που απλά καλούνται με πολιτικές εκτόνωσης να εξισορροπούν τα πράγματα, με βαθμιαία ενίσχυση των μηχανισμών καταστολής, περιορισμό μέσω ασφυκτικών ελέγχων των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, στο όνομα μάλιστα της προστασίας των δικαιωμάτων αυτών και της άμυνας απέναντι σε κάθε είδους και μορφής «ασύμμετρες απειλές» , οδηγώντας σιγά – σιγά στη δημιουργία ενός και μάλιστα υπερεθνικού, νέου Αστυνομικού Κράτους.

Οδηγείται, έτσι η παγκόσμια κοινότητα, αργά αλλά σταθερά, σε ένα νέο Μεσαίωνα, επαχθέστερο του προηγουμένου, που τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η συγκέντρωση της εξουσίας σε υπερεθνικά κέντρα, του πλούτου σε ελάχιστα χέρια, η κατάργηση, ή έστω ο περιορισμός, των ελευθεριών και των ατομικών δικαιωμάτων, η εξάπλωση της φτώχειας και της εξαθλίωσης, η ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα, η κατάρρευση των συστημάτων πρόνοιας και υγείας, η εξάπλωση ασθενειών, η πολιτισμική ισοπέδωση, ο νέος αναλφαβητισμός, η νέα φεουδαρχία και αντίστοιχα η νέα δουλοπαροικία και βέβαια η τεράστια οικολογική καταστροφή, με ανατροπή των πάντων που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, ενώ η απειλή ολοκληρωτικής καταστροφής του πλανήτη, από έναν νέο μεγάλο ιμπεριαλιστικό πόλεμο μεταξύ του παραδοσιακού δυτικού μητροπολιτικού κέντρου και των αναδυόμενων νέων δυνάμεων στην Ανατολή και αλλού, θα οδηγήσει την επόμενη περίοδο, σε εθνικές περιχαρακώσεις, ρατσιστικές εξάρσεις και τη παγκοσμιοποίηση σε αντίστροφη πορεία.

Ήδη, η παγκόσμια κρίση που μεταλλάσσεται με μεγάλη ταχύτητα από κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, σε κρίση κρατικού χρέους και εν τέλει σε ένα νομισματικό πόλεμο με μη προβλέψιμα αποτελέσματα επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Στη βάση της όμως έχει να κάνει με τη καπιταλιστική θεώρηση των πραγμάτων μονοδιάστατα και το τεχνολογικό μπουμ των τελευταίων δεκαετιών, που οδήγησε σε πλανητικό επίπεδο, σε αυτό που ονομάζεται παραγωγικό πλεόνασμα, δηλαδή ότι η ανθρωπότητα στο σύνολο της, μπορεί πλέον, να παράγει πολύ περισσότερα αγαθά από αυτά που πραγματικά μπορεί να καταναλώνει.

Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των λαών στις νέες αναπτυσσόμενες χώρες, από τη Ρωσία και τη Κίνα, έως τη Βραζιλία, αλλά και μελλοντικά τις Αφρικανικές χώρες, πράγματι μπορεί να απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος του παραγωγικού αυτού πλεονάσματος, αλλά πραγματική και «αέναη» ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει, εάν δεν αντιστραφεί η σχέση παραγωγής – κατανάλωσης, όπου η ζήτηση για «παλαιά» (τρόφιμα, οικιακές συσκευές, εργαλεία κτλ), αλλά και νέα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, να υπερκαλύψει τις δυνατότητες της παραγωγής και αυτό κάτω από τις σημερινές συνθήκες φαντάζει εντελώς αδύνατο, πολύ περισσότερο, που οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις καθιστούν τη παραγωγική δυνατότητα καθημερινά και μεγαλύτερη. Δηλαδή, στη πράξη υπεισέρχεται μια «καινούργια» «οικονομική» έννοια, αυτή του Κορεσμού.

Η παγκόσμια Οικονομία είναι ήδη μια σχεδόν κορεσμένη οικονομία, που αναζητεί τώρα – και με τη συνειδητοποίηση του προβλήματος, (στο βαθμό που οι καπιταλιστές μπορούν να συνειδητοποιούν τα γεγονότα σε μεσομακροπρόθεσμη βάση) -, διεξόδους σε νέες αναπτυσσόμενες αγορές, όπως αυτή της Κίνας, αλλά πέραν του γεγονότος ότι η διελκυστίνδα για τις αγορές αυτές θα είναι έντονη και με απρόβλεπτες συνέπειες για τη παγκόσμια ισορροπία, μόνο προσωρινά και κατώτερα των προσδοκιών αποτελέσματα μπορεί να έχει, ειδικά για τις δυτικές χώρες, επειδή κι αυτές οι νέες αγορές γρήγορα θα κορεστούν, πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι μπορεί κανείς να φανταστεί, αφού οι εξελίξεις από εδώ και πέρα θα είναι ασύλληπτα πιο γοργές, απ’ ότι μέχρι και το τέλος του 20ου αιώνα, εξ’ αιτίας της ίδιας της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής προόδου.

Δεν είναι τυχαίο ότι η αντιπαράθεση σήμερα δεν γίνεται τόσο για τη κατοχή των πλουτοπαραγωγικών πηγών και των πρώτων υλών, που εν πολλοίς είναι διεθνοποιημένες και άμεσα προσπελάσιμες μέσω απλών εμπορικών πράξεων, αλλά για τις αναδυόμενες αγορές των καταναλωτικών αγαθών, που δυστυχώς για τις πάλαι ποτέ μητροπολιτικές δυνάμεις της Δύσης, οι ίδιες αυτές αγορές (κράτη και λαοί), διαθέτουν πλέον (έστω και εν μέρει, αλλά συστηματικά όλο και περισσότερο), τη δυνατότητα της παραγωγής των προϊόντων που τους είναι αναγκαία για να φτάσουν και να ξεπεράσουν ίσως, τα καταναλωτικά επίπεδα της Δύσης, δηλαδή να κορεστούν σύντομα και αυτές.

2. Το Ελληνικό πρόβλημα.

Όσον αφορά στην Ελλάδα, η πηγή του κακού έρχεται από πολύ παλιά με τον τρόπο που απελευθερώθηκε το Έθνος και τα συμφέροντα που συγκρούστηκαν στη περιοχή για την αντιμετώπιση του περίφημου «Ανατολικού» Ζητήματος.

Η χώρα έκτοτε ουδέποτε αφέθηκε να αποκτήσει πραγματική ανεξαρτησία και να προχωρήσει σε μια κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη στηριγμένη στις πραγματικές της δυνατότητες, ενσωματώνοντας τα οφέλη από τη Βιομηχανική Επανάσταση και τις προόδους που σημείωναν οι δυτικές χώρες στις οποίες ήταν και παραμένει προσκολλημένη. Τόμοι ολόκληροι έχουν γραφτεί για τα θέματα αυτά και δεν είναι δυνατό να παρουσιαστεί εδώ μια λεπτομερής εξιστόρηση όλων των γεγονότων και των παραμέτρων διεθνών και εσωτερικών, που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση της γενικότερης εικόνας της Ελλάδας, ως μιας αδύναμης περιφερειακής χώρας με πλήθος εξαρτήσεων απέναντι στους ξένους.

Η κατακλείδα όμως είναι ότι η Ελλάδα ουδέποτε απέκτησε μια γνήσια Εθνική Αστική Τάξη.

Ανέκαθεν και μετά επιτάσεως τελευταία, οι διάφορες ελίτ της χώρας λειτουργούν πέριξ ενός απολύτως παρασιτικού και εξαρτώμενου από ξένα συμφέροντα πυρήνα οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου, που ταυτίζει την ίδια την ύπαρξή του ακριβώς στις προνομιακές του σχέσεις με τον ξένο παράγοντα.

Ως εκ τούτου, στην Ελλάδα από την απελευθέρωσή της και μετά κυριαρχεί μια σχολή σκέψης, τουλάχιστον στα ηγετικά κλιμάκια της χώρας, είτε αφορά στην οικονομική, είτε στη πολιτική, είτε ακόμα χειρότερα στη πνευματική ελίτ αυτής της χώρας. Μια σχολή σκέψης που θέλει την Ελλάδα μικρή χώρα που αδυνατεί να επιβιώσει παρά μόνο ως παρελκόμενη από άλλες κυρίαρχες δυνάμεις. Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο που ποτέ η άρχουσα τάξη της χώρας μας δεν ανέπτυξε πραγματική Εθνική Συνείδηση.

Προτιμά να επιβιώνει και να εξασφαλίζει τα συμφέροντά της, υπηρετώντας πρώτιστα τα συμφέροντα αυτών που νοιώθει υποτελής και κατανοεί ότι αν εγκαταλειφτεί απ’ αυτούς, θα χάσει όλα τα προνόμια που απολαμβάνει μέχρι σήμερα. Και εδώ είναι το «ζουμί».
Γι’ αυτό και σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις που αφορούν το Έθνος (αν η λέξη αυτή έχει κάποιο νόημα για τις ελίτ και τους υπηρετούντες την), δεν έγινε ποτέ καμία σοβαρή διαπραγμάτευση, ούτε ερωτήθηκε ο ίδιος ο Λαός, (άλλη περίεργη λέξη και συνάμα επικίνδυνη, όπως επικίνδυνη είναι και η Κοινωνία, αντίθετα το επιθυμητό θα ήταν ανθρώπινος πολτός που καταναλώνει και καταναλώνεται, με την ίδια ευκολία….), γι’ αυτό πάντα επιστρατεύονταν οι ισχυρότεροι μηχανισμοί προπαγάνδας για να εμφανίσουν τις αποφάσεις που λαμβάνονται, κατά κύριο λόγο σε ξένα κέντρα, ως τον απόλυτο μονόδρομο κι ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει διαφορετικά (αφού τελικά φοβούνται, τρέμουνε, μη στοιχειώσουν οι άμορφες μάζες και γίνουνε Λαός).

Το ότι 150 τόσα χρόνια επιβιώνουμε υποτυπωδώς ως ανεξάρτητο Κράτος, αποτελεί ιστορικό παράδοξο και έχει να κάνει περισσότερο με τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς των «προστατών» μας, παρά με την όποια «πατριωτική» συνείδηση της άρχουσας τάξης.

Τώρα όμως, αλλάξανε τα πράγματα, πάμε για την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, έστω και υπό τον απόλυτο έλεγχο των Γερμανών. Τι θα γίνουμε άραγε χωρίς αυτούς στο πέλαγος της παγκοσμιοποίησης;

Τέρμα λοιπόν τα καλαμπούρια, περί Έθνους, Πατρίδας, Λαού, Εθνικής Ανεξαρτησίας και λαϊκής κυριαρχίας.

Όλα αυτά αποτελούν αφηγήματα δίκην λαϊκού ρομάντζου. Τώρα θα γίνουμε Ευρωπαίοι (για …………..νιοστή φορά), αλλιώς έρχονται οι …Σελτζούκοι!

Ας χαλαρώσουμε λοιπόν, να απολαύσουμε το βιασμό μας. Αρκεί αυτοί οι γραφικοί με τις κουκούλες, που πετάνε πέτρες και μολότοφ, μη γίνουνε πολλοί…………………………………

Έτσι, περί τα μέσα της 10ετίας του ’70, όπου διαμορφώνονταν η νέα Ευρωπαϊκή πραγματικότητα, έγινε το στρατηγικό λάθος της ένταξής μας στην ΕΟΚ, με τον τρόπο που αυτή συνέβη. Δηλαδή, τότε συγκρούστηκαν δύο λογικές. Αυτή της προσπάθειας ανάπτυξης της χώρας στηριγμένης στις δικές της δυνάμεις και η άλλη ότι δεν χρειάζεται να πασκίσουμε και πολύ, στο βαθμό που στη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα εντασσόμενοι, δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τις μεγάλες βιομηχανικές δυνάμεις θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε το «συγκριτικό» μας πλεονέκτημα και να γίνουμε χώρα προσφοράς υπηρεσιών και τουρισμού, ενώ ο αγροτικός χαρακτήρας δεν προσιδίαζε σε μια σύγχρονη «καπιταλιστική» χώρα.

Επικράτησε η δεύτερη λογική, συνεπικουρούμενη από τη μορφωτική επίσης ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού, που αποδεικνύεται σήμερα εντελώς λανθασμένη και που εξυπηρέτησε όχι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας, αλλά μονάχα των ελίτ, των παλιών και νέων «τζακιών», που δημιουργήθηκαν και που η αναπαραγωγή και η διαιώνιση της κυριαρχίας τους ταυτίστηκε ολοκληρωτικά με αντίστοιχα συμφέροντα στο εσωτερικό της Ε.Ε.

Και η λογική αυτή (μοντέρνα εκδοχή της ψωροκώσταινας), επικράτησε παντού και το κομματικό κράτος, αφού δεν είχε πλέον ρόλο να παίξει στη διατήρηση μιας έστω μικρής και παραδοσιακής παραγωγικής βάσης, εστράφη εκεί που θα είχε ρόλο να παίξει στη διατήρηση δηλαδή του πολιτικού status και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων που αυτό ήθελε να υπηρετεί. Τραπεζίτες, μεγαλοεργολάβοι, μεγαλοεισαγωγείς και αντιπρόσωποι πολυεθνικών, άντε και κάποιοι βιομήχανοι μαζί με τους πολιτικούς στήσανε το πάρτυ. Και ο υπάλληλος πότε είχε δυνατότητα αντίδρασης; Αλλά τον χρειαζόντουσαν κι αυτόν. Ένα επιδοματάκι, κάποιες πλασματικές υπερωρίες, στα πιο σοβαρά κάποιες μιζούλες (γιατί θα μας τρελάνουν, αν έχω μισθό 1500 ευρώ και κάποιος μου προσφέρει 50.000 τι πρέπει να κάνω, να παριστάνω τον όσιο Ονούφριο; Άλλο τώρα που τα αρχιλαμόγια με τους πληρωμένους τους κονδυλοφόρους, μας παρουσιάζονται με «προτεσταντική» «ηθική» και ζητούν συλλήβδην τη κεφαλή επί πίνακι κάθε δημόσιου υπάλληλου) και τα σκυλιά δεμένα.

Αφέθηκαν σκόπιμα οι κομματικοί, να ροκανίζουν τη περιουσία των κρατικοποιημένων προβληματικών επιχειρήσεων, αφού αυτές έτσι κι αλλιώς πήγαιναν για κλείσιμο, ή ξεπούλημα και όσο πιο μικρή αξία θα είχαν τόσο πιο εύκολο θα γίνονταν αυτό. Το ίδιο έγινε με τους συνεταιρισμούς κ.ο.κ. Βιβλία ολόκληρα μπορούν να γραφτούν για την αποβιομηχάνιση της χώρας και τη μετατροπή της από αυτάρκη σε αγροτικά προϊόντα σε πλήρως εξαρτώμενη από τους μεγαλοεισαγωγείς. Και τώρα παραπονιόμαστε για το εμπορικό ισοζύγιο. Και άλλα τόσα βιβλία για τον εκμαυλισμό της Κοινωνίας. Θυμηθείτε μόνο το «λαϊκό» καπιταλισμό του χρηματιστηρίου το ’99, που σύσσωμος ο τύπος και η επιχειρηματική τάξη μας καλούσαν να αφήσουμε τις δουλειές μας και να γίνουμε «επενδυτές»!

Έτσι, όλες οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν αδιαφόρησαν για την έστω μέχρι τότε υποτυπώδη παραγωγή, τόσο στον αγροτικό τομέα όπου ήμασταν αυτάρκεις και αντί να εκμεταλλευτούμε τις όποιες δυνατότητες ακόμα υπήρχαν όντας εντός της Ε.Ο.Κ., π.χ. τα ολοκληρωμένα μεσογειακά προγράμματα, για εκσυγχρονισμό και εντατικοποίηση της παραγωγής, διαπραγματευόμενοι την με τους καλύτερους όρους διάθεση της στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, σκορπίστηκαν τα χρήματα σε άνευ νοήματος επιδοτήσεις, εκμαυλίζοντας τον αγροτικό πληθυσμό και υπογράφοντας συνθήκες αποσάθρωσης τελικά της αγροτικής παραγωγής.

Το ίδιο συνέβη και με τις παραγωγικές μονάδες, μικρομεσαίες βιοτεχνίες κατά κανόνα, που αντί να δοθούν ισχυρά κίνητρα διατήρησης της παραγωγής μέσω εκσυγχρονισμού και καθετοποίησής της, ουσιαστικά ευνοήθηκε η μετατροπή τους σε εισαγωγικές επιχειρήσεις ομοειδών προϊόντων (π.χ. ένδυση και υπόδηση που μέχρι και τα μέσα του ’80 ήμασταν ανταγωνιστικοί απέναντι ακόμα και στους Ιταλούς).

Γέμισε η χώρα από γραφεία συμβούλων και επιχειρήσεις διαμεσολάβησης (α! και περισσότερα υποκαταστήματα Τραπεζών ακόμα κι από την Ελβετία).

Αλλά και ο Τουρισμός, θύμα κι αυτός των άκριτων επιδοτήσεων. Χωρίς στοιχειώδη προγραμματισμό, χωρίς ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό, γεμίσαμε ξενοδοχεία, πανσιόν και ενοικιαζόμενα δωμάτια αμφίβολης ποιότητας, που προσπαθούν να επιβιώσουν δουλεύοντας δύο μήνες για ολόκληρο το χρόνο. Γεμίσαμε ξενοδόχους πρώην αγρότες ή βυρσοδέψες, κατακρεουργώντας συνάμα και το περιβάλλον στις τουριστικά αναπτυσσόμενες περιοχές!

Και ήρθαν και τα δανεικά για να συντηρήσουν μια επίπλαστη ευμάρεια, που όμως κάποτε υπήρχε (ή έστω η ελπίδα γι’ αυτήν) και ήταν προϊόν Παραγωγής!

Και η ανεργία που προέκυπτε από την αποσάθρωση της παραγωγικής βάσης, μα το δημόσιο υπάρχει και γι’ αυτό το σκοπό! Ή μόνο γι’ αυτό; Ένα ψηφαλάκι στη ΝΔου, ή στο ΠΑΣΟΚ και το εισιτήριο για τον Παράδεισο εξασφαλισμένο!

Και ήρθε και η ΟΝΕ, που πας βρε φουκαρά ξυπόλητος στ’ αγκάθια;

Μα τι υπέροχος και άξιος λαός και τι πολιτική ηγεσία! Μεγάλα έργα, μετρό, Γέφυρα πρότυπο στον κόσμο, πανευρωπαϊκά πρωταθλήματα, Ολυμπιακοί Αγώνες….. Με το σπαθί μας λοιπόν ισάξιοι στο μεγάλο ευρωπαϊκό τραπέζι. Όλοι μας οφείλουν σεβασμό……….

Ευκαριστούμε Ελλάντα!

Μια μικρή λεπτομέρεια διέφευγε (ή κρύβονταν ως επτασφράγιστο μυστικό), η διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας και η απόλυτη σπατάλη με δανεικά!

Και τώρα ήρθε ο λογαριασμός! (Μαζί τα φάγαμε!). Τι κι αν μας πάρουνε και το βρακί που φοράμε, θα είμαστε ευρωπαίοι, θα εξακολουθήσουμε να έχουμε ευρώ και συνομιλητή τη φράου Μέρκελ, λίγο είναι αυτό;

Υπήρξε λοιπόν ύψιστη πολιτική επιλογή η μετατροπή της χώρας μας στο πλέον αντιπαραγωγικό κομμάτι της Ευρώπης και η επιβίωσή μας μέσα από χρέη και επιδοτήσεις. Κι αν δεχθούμε, ότι ο Λαός συμμετείχε στο φαγοπότι, συμμετείχε απολύτως παθητικά, κανείς δεν του είπε την αλήθεια. Όλοι τον παραμύθιαζαν. Θυμηθείτε ότι με το ευρώ θα έρχονταν η σύγκλιση των εισοδημάτων. Θυμηθείτε πόσο πρωταθλητές Ευρώπης γίναμε. Θυμηθείτε πόσο γραφικοί ήσαν αυτοί που αντιτέθηκαν στη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Θυμηθείτε, θυμηθείτε, θυμηθείτε……………………..

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με απόλυτη βεβαιότητα, αν η πολιτική αυτή επιλογή μας επεβλήθη, ή ήταν επινόημα των πολιτικών μας, ή κι αν ακόμα κι αυτοί παρασύρθηκαν από καλές προθέσεις κι ως γνωστόν, ο δρόμος για τη κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις…………………………….

Γνωρίζουμε όμως πολύ καλά το αποτέλεσμα και τους πόνους που αυτό σήμερα προκαλεί και τις βλάβες στο σώμα του Έθνους που φαντάζουν μη αναστρέψιμες.

3. Οι σημερινές καθεστωτικές επιλογές.

Αλλά και με το ξέσπασμα της κρίσης, ως απόρροια της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, που γρήγορα μετεξελίχθηκε ως κρίση χρέους των κρατών με πρώτο θύμα τη χώρα μας, ως τον αδύναμο κρίκο της ευρωζώνης, ποιες είναι οι επιλογές;

Μνημόνιο, δανειακές συμβάσεις, μεσοπρόθεσμο και η απόλυτη λιτότητα. Ως να ήσαν όλα πολύ καλά σχεδιασμένα.

Φαίνεται το σχέδιο να εξελίσσεται σύμφωνα με τον αρχικό προγραμματισμό. Οι «μεταρρυθμίσεις» που με αδημονία περιμένουν όσοι πιστεύουν ότι αυτές θα λύσουν τα προβλήματα και διαμαρτύρονται για τις καθυστερήσεις, προχωρούν στο μέτρο που οι αντιδράσεις της Κοινωνίας μπορούν να παραμένουν ελέγξιμες.

Είναι φανερό ότι απολύτως προγραμματισμένη ήταν και η κυβερνητική «αδράνεια» τους πρώτους μήνες μετά τις εκλογές του 2009. Έπρεπε να υπάρχει μια δικαιολογητική βάση για την υπογραφή του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, για να μπορεί να περάσει. Το διάστημα αυτό δούλεψαν εντονότατα οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί, στη κατεύθυνση να εμπεδωθεί στη κοινή γνώμη η αίσθηση της ενοχής και να λειτουργήσει ο κοινωνικός αυτοματισμός, όλοι εναντίον όλων που θα απονεύρωνε τη κοινωνία και θα εκμηδένιζε τα όποια αντανακλαστικά. Στόχος επετεύχθη! Οι αντιδράσεις εκμηδενίστηκαν έστω και με τη «θυσία» τριών άτυχων ανθρώπων στη Marfin.

Το ίδιο παρατηρείται και σήμερα. Επιθετικές μεν πρωτοβουλίες από κυβερνητικής πλευράς, με εσωκομματικές αμφισβητήσεις όμως και αμφίσημη ρητορική και ταυτόχρονα παροξυσμός κριτικής από τα ΜΜΕ και όλες τις δυνάμεις που υποστηρίζουν τη στρατηγική αυτή, ότι τάχα υποκύπτει στη βούληση του «κομματικού κράτους», ότι δεν έχει σχέδιο, ότι απαιτείται άλλο μίγμα πολιτικής και ότι αρλούμπα μπορεί να χάψει ο ανυποψίαστος πολίτης. Στόχος, να δημιουργηθεί στη Κοινωνία κρίσιμη μάζα που θα υποστηρίξει άκριτα τις «μεταρρυθμίσεις» (το οριστικό ξεπούλημα), αφού οι νεοφιλελεύθεροι που τις απαιτούν αποτελούν μια μικρή μειοψηφία κάποιων που λειτουργούν πέριξ των τραπεζών και του χρηματιστηρίου και αυτών που ανήκουν στις παρασιτικές ελίτ, έτσι ο μόνος τρόπος να περάσουν τη βούλησή τους είναι η επικράτηση πλήρους σύγχυσης και απογοήτευσης στο κοινωνικό σώμα. Ούτως ώστε, όταν έλθει η κατάλληλη στιγμή να μην υπάρχει η παραμικρή αντίσταση. (Βεβαίως το κίνημα των πλατειών αποδεικνύει ότι μάλλον λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο και θα υποχρεωθούν στην ενίσχυση των μέτρων καταστολής, ήδη ένα πρώτο δείγμα βιώσαμε στις 29 του Ιούνη).

Και τι παράδοξο γι’ αυτούς που καταγγέλλουν το «κομματικό κράτος», αφού είναι αυτό ακριβώς μαζί με τους «συνδικαλιστές» (που τουφεκίζουν στον αέρα, έτσι για το θεαθήναι), που λειτουργεί ως πολιορκητικός κριός για να παραλύσουν τα πάντα και να περάσουν έτσι πιο εύκολα οι «μεταρρυθμίσεις».

Γιατί βέβαια αυτό που έρχεται είναι πολύ χειρότερο από τις οριζόντιες περικοπές μισθών και εν γένει εισοδημάτων που περιελάμβανε το πρώτο μέρος του σχεδιασμού. Προχωρούμε σταδιακά από τον «πρόλογο» στο «κυρίως θέμα», αυτή είναι η γενικότερη αίσθηση και το πέρασμα αυτό χρειάζεται πολύ καλή προετοιμασία και αυτού που πρόκειται να δεχθεί τη «θεραπεία» και το σοκ!

Είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς, ότι αφού ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός του πλήρους ξεπουπουλιάσματος, τότε θα κορυφωθεί το δράμα. Και χρεωκοπία επίσημη θα γίνει και έξοδος από το ευρώ (ο Επίλογος), αν βέβαια μέχρι τότε δεν έχει διαλυθεί η ευρωζώνη, αφού οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν πόσο σαθρό και ευάλωτο είναι το σύστημά τους. Αλλά με τρόπο που θα είναι ο δυσμενέστερος για τη χώρα και το λαό της. (Εξ’ άλλου είναι πάρα πολλοί που εδώ κι ένα χρόνο τα επισημαίνουν όλα αυτά και τίποτε δεν έχει υπάρξει στο μεταξύ που να τα διαψεύσει, στον οίστρο βέβαια των νεοφιλελευθεριστών και τον ορυμαγδό της κυρίαρχης προπαγάνδας, οι φωνές της λογικής ούτε καν ακούγονται, ή ακόμα χειρότερα ενοχοποιούνται ως «αριστερές», λες και είναι έγκλημα να είναι κάποιος αριστερός, το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που πασκίσαμε σαράντα χρόνια να το ξεπεράσουμε είναι πάλι εδώ κυρίαρχο!).

Είναι πλέον φανερό, ότι η στόχευση όλων των αποφάσεων που λαμβάνονται σε κεντροευρωπαϊκό επίπεδο έχει τελικά σκοπό να προϊδεάσει για την ολοκληρωτική αποδοχή με τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις του συνολικού σχεδίου του Γαλλογερμανικού άξονα (μάλιστα με αρκετά έξυπνο τρόπο και δια μέσου άσκησης κριτικής στο σχέδιο αυτό, με δειλά βήματα, υπαναχωρήσεις, αντικρουόμενες δηλώσεις κτλ.) και τον οριστικό εγκλωβισμό της χώρας σε ένα δρόμο πράγματι χωρίς επιστροφή εξυπηρέτησης ενός συστήματος, μέσω ολοένα και πιο ισχυρών εκβιαστικών διλλημάτων που θα τίθενται, όπου οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από κέντρα λήψης τους πολύ μακριά από οποιαδήποτε δημοκρατική διαδικασία, που θα μπορούσε να εγγυηθεί στοιχειώδη μεταφορά πόρων από τις πλεονασματικές χώρες του βορά σε εκείνες του νότου με τα μεγάλα ελλείμματα για την επίτευξη της αναγκαίας οικονομικής και κοινωνικής ισορροπίας στο νέο υποτίθεται ενιαίο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Γιατί βέβαια τέτοια μεταφορά πόρων, που θα αποτελούσε ουσιαστική βοήθεια και «αλληλεγγύη», δεν είναι στο μυαλό των σχεδιαστών της «νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής», αλλά ομολογείται σαφώς, ότι αυτή έχει να κάνει με την ανταγωνιστικότητα του γαλλογερμανικού άξονα (αναφέρονται για το σύνολο της ευρωζώνης, αλλά είναι προφανές ποιος μπορεί τελικά να ωφεληθεί επί της ουσίας), απέναντι σε άλλους διεθνείς παίκτες που αναδεικνύονται, όπως η Κίνα και η Ινδία.

Όσον αφορά στις δυσμενείς επιπτώσεις των επιλογών αυτών, που είναι καθαρά πολιτικές, στις ζωές των ανθρώπων, επιστρατεύεται το σύνολο των μηχανισμών προπαγάνδας για να ωραιοποιούν αυτές τις επιπτώσεις συγκρίνοντάς τες με κινδυνολογικό τρόπο σε σχέση με τις επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, που θα αποτελούσε ενδεχομένως τη πιο σοβαρή και αξιόπιστη εναλλακτική επιλογή για τη χώρα μας.

Έτσι, δεν μπαίνουν καν στον κόπο να επιχειρηματολογήσουν για τα οφέλη, αν θα μπορούσαν να υπάρξουν τέτοια, από αυτή τη μονομέρεια στις αποφάσεις της επιχειρηματικής και της διευθυντικοπολιτικής ελίτ της χώρας, δηλαδή για την αποκλειστική προσκόλληση στις επιλογές του γαλλογερμανικού άξονα, ομιλώντας γενικά και αόριστα για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας.

Γιατί τελικά συμφέρει τους έλληνες πολίτες και μάλιστα με γνωστές εκ των προτέρων τις επιπτώσεις αυτής της επιλογής, η χωρίς δυνατότητα απεγκλωβισμού ένταξη στο ευρύτερο πλέγμα συμφερόντων του γαλλογερμανικού άξονα, μιας μικρής και χωρίς παραγωγικό υπόβαθρο περιφερειακής χώρας και όχι η εκμετάλλευση ακριβώς των δυνατοτήτων που προσφέρει ο διεθνής ανταγωνισμός μεταξύ των παραδοσιακών και των νέων δυνάμεων που αναδύονται στο παγκόσμιο στερέωμα, προς όφελός μας;

Με βάση ποιες μελέτες και ποιας γεωπολιτικής ανάλυσης, απορρίπτουμε το ενδεχόμενο μιας τέτοιας προοπτικής;

Και αν τελικά επιλέγουμε τον οικιοθελή εγκλωβισμό μας, ποια θα μπορούσαν να είναι τα ανταλλάγματα και πως αυτά τα διαπραγματευόμαστε;

Γιατί η γενικότερη αίσθηση είναι, ότι οδεύουμε ως πρόβατα επί σφαγήν……………….

4. Και τι μέλει γενέσθαι;

Θα καθίσουμε παθητικά να περιμένουμε τον από μηχανής Θεό, να έλθει μέσα από την αλλαγή των συσχετισμών στην Ευρώπη και τον κόσμο;

Αν το πρόβλημα λοιπόν συνίσταται στο ότι γίναμε αντιπαραγωγικοί, η λύση είναι να αντιστρέψουμε τη φορά των πραγμάτων και να γίνουμε παραγωγικοί. Να ξαναχτίσουμε από την αρχή τη παραγωγική βάση της χώρας.

Προσέξτε, γιατί οι λέξεις και οι φράσεις που χρησιμοποιούνται έχουν πολύ μεγάλη σημασία.

Όλοι ομιλούν για την ανάπτυξη και εγκαλούν την Κυβέρνηση, ότι δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κανείς δεν ομιλεί για παραγωγική αναδιάρθρωση. Τι σημαίνει όμως ανάπτυξη;

Ανάπτυξη βεβαίως! Ας ανοίξουμε μπουρδέλα. «Κορίτσια ο στόλος» σε νέα εκδοχή. Θυμηθείτε τα κόκκινα φανάρια και τη Τρούμπα. Έχουμε όλα τα φόντα να μετατραπούμε σε Ταϋλάνδη του Ευρωπαϊκού Νότου. Γνωρίζετε πόσο συνάλλαγμα εισρέει ετησίως στη χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας μόνο από τους Γερμανούς παιδόφιλους;

Κι αν θεωρηθεί το παράδειγμα υπερβολικό, δίδεται για να τονιστεί εμφαντικά ότι χωράει πολύ νερό η λέξη ανάπτυξη. Κι αυτή μπορεί να γίνει με πολλούς και διαφόρους τρόπους. Στη πράξη δεν σημαίνει τίποτε αν δεν πούμε καθαρά τι θέλουμε να αναπτύξουμε και τον τρόπο που θα το πετύχουμε.

Να δημιουργήσουμε το πλαίσιο που θα επιτρέψει να γίνουν επενδύσεις θα μου πείτε.
Τι επενδύσεις όμως; Η πώληση του ΟΤΕ ήταν επένδυση, ή ξεκοκάλισμα ενός κομματιού της δημόσιας περιουσίας; Και ωραία πουλάμε τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τις λίμνες και τα ποτάμια, τη ΔΕΗ, το νερό, τις συγκοινωνίες κτλ. Αυτές οι πωλήσεις θα είναι επένδυση; Ωραία, θα μπουν κάποια χρήματα στα ταμεία του κράτους, ανάπτυξη όμως πως θα γίνει; Πλανώνται πλάνην οικτράν, όσοι αφελείς (ή επιτήδειοι), μιλούν για επανεκκίνηση της οικονομίας μέσω των αποκρατικοποιήσεων κι ότι αν πωληθεί αίφνης ο ΟΠΑΠ και η ΔΕΗ σε τιμές ευκαιρίας για τους «επενδυτές», αυτοί θα αποτελέσουν πόλο έλξης για ευρύτερες «παραγωγικές» επενδύσεις. Αλλά και τα λεφτά η μαύρη τρύπα του χρέους θα τα φάει. Πάπαλα λοιπόν, λίγοι μήνες παράταση και μετά πάλι αδιέξοδο και τότε δεν θα έχουμε άλλα να πουλήσουμε. Ή μάλλον θα έχουμε τα δικαιώματά μας στις περίφημες ΑΟΖ του Αιγαίου, του Ιονίου, του Καστελόριζου, της Κρήτης. Και αφού τα παραχωρήσουμε κι αυτά για να εξασφαλίσουμε κάποια επόμενη δόση δανείου, θα έρθει η σειρά της Θράκης, της Κέρκυρας, της Ρόδου. Κι αυτό είναι καταστροφολογία, ή τοποθέτηση των πραγμάτων στη σωστή τους σειρά;

Οι επενδυτές και οι Τραπεζίτες βέβαια θα χαίρονται, γιατί θα έχουν περάσει στην πλήρη κατοχή τους και πάμφθηνα όλα τα εναπομείναντα εργαλεία που διαθέτει αυτή η χώρα για να υπάρξει ως οντότητα. Γιατί εμείς δεν είμαστε Γερμανία, είμαστε μικρή χώρα και δεν διαθέτουμε πολλαπλότητα επιλογών και εργαλείων.

Άντε κι επειδή είμαστε καλά παιδιά και κάναμε όλα τα παραπάνω έρχονται και κάποιοι κολοσσοί και φτιάχνουν ξενοδοχεία και εξοχικές κατοικίες για τους γερμανούς συνταξιούχους (μέχρι εκεί φτάνει το μυαλό του κάθε καρακολιού και τυχάρπαστου παρασιτούντα). Καλοδεχούμενοι, αρκεί όμως αυτό για να ζήσει μια ολόκληρη χώρα; Ο τουρισμός προσφέρει το 15% του ΑΕΠ, να πάει 20%, γιατί όχι και 25%, υπάρχει όμως κι άλλο ένα τουλάχιστον 75% που πρέπει να καλυφθεί διαφορετικά και όχι με κατανάλωση δανείων.

Και βέβαια όλα τα παραπάνω δεν αρκούν. Πρέπει να απολυθούν και καμιά 300ρια χιλιάδες «τεμπέληδες» δημόσιοι υπάλληλοι, η ανεργία δηλαδή στο 25 – 30%, τα μεροκάματα να πέσουν σε επίπεδα «ανταγωνιστριών» χωρών (π.χ. Τουρκίας, ή Βουλγαρίας) και η σύνταξη στη μέση και στα 70!

Βεβαίως για τους πολιτικούς και τους οικονομικούς αναλυτές θα έχουμε ανάπτυξη τόσο %, ο κόσμος όμως, όσοι δεν μπορούν να φύγουν μετανάστες, θα συνωστίζεται στα συσσίτια της εκκλησίας. Και δεν είναι λίγο, ότι θα αρχίσει πάλι ένας καινούργιος πόρος να εισέρχεται στη χώρα, το μεταναστευτικό συνάλλαγμα, όπως ακριβώς τις δεκαετίες του 50 και 60. Να λοιπόν και κάτι καλό (και για τους δεξιούς η επιστροφή στις ιδεολογικές ρίζες της παράταξης: «η μετανάστευση είναι ευλογία!»)………..

Υπερβολή; Μακάρι να ήταν και θα ήμασταν όλοι ευτυχείς!

Ποια η λύση λοιπόν; Η απάντηση είναι απλή ακόμα και για ένα μικρό μαθητή! Ένα ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Κοινωνικής και Οικονομικής Ανασυγκρότησης της Ελλάδας με στοχεύσεις σε βάθος χρόνου τουλάχιστον 30ετίας, όπου μέσα από τη Θεσμική Ανατροπή και την αποσαφήνιση των ρόλων Κράτους – Ιδιωτικής πρωτοβουλίας, θα οργανώσει τη παραγωγή:

α. στον πρωτογενή τομέα, δηλαδή γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία με πρώτο στόχο την αυτάρκεια σε αντίστοιχα προϊόντα και βεβαίως τον εξαγωγικό προσανατολισμό.

β. στον δευτερογενή τομέα, από την οικοτεχνία, τη βιοτεχνία μέχρι τη μεταποιητική βιομηχανία και την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου, με κάλυψη όλων των βασικών αναγκών της χώρας, από τρόφιμα μέχρι ένδυση και υπόδηση, ελαφρά εργαλεία κτλ και ταυτόχρονα στροφή στις εξαγωγές αντίστοιχων προϊόντων.

γ. την ενεργειακή αυτοτέλεια της χώρας μέσα από την πιο λειτουργική εκμετάλλευση των ντόπιων πρώτων υλών και την ταχεία επέκταση των ΑΠΕ και σε δεύτερη φάση τον εξαγωγικό προσανατολισμό επίσης.

δ. αναδιοργάνωση των υπηρεσιών και τη λειτουργία τους προς όφελος της παραγωγικής βάσης της χώρας και όχι για την αυτοεξυπηρέτησή τους (π.χ. τράπεζες), αλλά και τις υπηρεσίες προς τον πολίτη, π.χ. Παιδεία, Υγεία κτλ.

ε. επανεξέταση του ρόλου της ναυτιλίας και ένταξή της στην εθνική προσπάθεια με μεγιστοποίηση της ελληνικής προστιθέμενης αξίας και την αύξηση των εισερχομένων πόρων στη χώρα από τη λειτουργία της.

στ. ανασχεδιασμός της τουριστικής πολιτικής με ιδιαίτερη έμφαση στη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος που αποτελεί μαζί με τη πολιτιστική κληρονομιά το συγκριτικό μας πλεονέκτημα. Η τσιμεντοποίηση θα οδηγήσει (ήδη σε πολλές περιπτώσεις έχει οδηγήσει), στην αναίρεση αυτού του πλεονεκτήματος.

Θα μπορούσε κάποιος πολλά να προσθέσει στα παραπάνω που αναφέρονται επιγραμματικά, αλλά εδώ προκύπτει ένα ερώτημα. Γιατί όλα αυτά τα τόσο προφανή δεν αποτελούν το κεντρικό σημείο της συζήτησης και το πώς θα γίνει δυνατή η υλοποίησή τους;

α. Γιατί πριν από όλα ο στόχος δεν είναι αυτός. Δεν ενδιαφέρει επί της ουσίας η παραγωγική αναδιάρθρωση της χώρας και μέσω αυτής η επίλυση των σημερινών προβλημάτων. Στόχος είναι η διατήρηση του status quo των εξουσιαστικών δομών της χώρας και της επιβίωσης του παρασιτικού Κεφαλαίου και των στηριγμάτων του στο εσωτερικό, μέσα από την ολοκληρωτική πρόσδεση και εξυπηρέτηση των ξένων συμφερόντων που δρουν κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο (το καλό των ξένων δανειστών είναι και το δικό μας καλό, αμ’ δε!), όπως εξάλλου αναπτύχθηκε προηγουμένως.

β. Γιατί η υιοθέτηση αυτού του τύπου κατ’ εξοχήν πολιτικές επιλογές, προϋποθέτουν κεντρικό σχεδιασμό από το Κράτος που αποτελεί κόκκινο πανί για τους νεοφιλελευθεριστές, που σήμερα παίζουν κεντρικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων.

γ. Γιατί για να υπάρξει ένας ολοκληρωμένος Εθνικός Σχεδιασμός Κοινωνικής και Οικονομικής αναδιοργάνωσης της χώρας, προϋποθέτει την ύπαρξη εργαλείων άσκησης πολιτικής που οι Κυβερνήσεις παρεχώρησαν σταδιακά οικιοθελώς σε υπερεθνικά κέντρα (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Κομισιόν κτλ.), που για να ξαναποκτηθούν θα χρειαστούν ρήξεις, ή τουλάχιστον σκληρή διαπραγμάτευση με τα κέντρα αυτά, πράγμα αδιανόητο για τις ελίτ της χώρας, που είναι μονοσήμαντα προσηλωμένες στις επιλογές της Ε.Ε. αφού μόνο στα πλαίσια της Ε.Ε. αισθάνονται ασφαλείς στη διατήρηση των προνομίων τους.
δ. Γιατί προϋποθέτει μέτρα πολιτικής «προστατευτισμού» της ντόπιας παραγωγής, όπως π.χ. φορολόγηση με χαμηλότερους συντελεστές των εξαγωγικών επιχειρήσεων και υψηλότερους των ομοειδών εισαγωγικών κ.α., φορολογία στις Τράπεζες και γενικά μέτρα ενίσχυσης της παραγωγής σε βάρος των εισαγωγών, ή και των δευτερευουσών υπηρεσιών, που διευκολύνουν την εξαγωγή συναλλάγματος, που αποτελούν όμως κατά τους φιλελευθεριστές νόθευση του υγιούς ανταγωνισμού και έτσι αντιμετωπίζονται εξ’ άλλου και από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, παραγνωρίζοντας το γεγονός πως μια μικρή περιφερειακή χώρα όπως η Ελλάδα έχει πολύ μικρότερες δυνατότητες και ευελιξία να ανταποκριθεί στο διεθνή, αλλά και στον εσωτερικό ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, απ’ ότι μεγάλες χώρες όπως π.χ. η Γαλλία, όσες και προσπάθειες και να κάνει και όσες «στεγνές» επιδοτήσεις κι αν λάβει, αφού αυτές είναι αδύνατο να κατευθυνθούν σε παραγωγικούς τομείς που ενδιαφέρουν τη χώρα (βλέπε ΚΑΠ, ή επιδοτήσεις στους αλιείς της Βόρειας Ελλάδας να καταστρέψουν τα καΐκια τους κτλ.).

ε. Γιατί υπάρχει από τους ίδιους κύκλους στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, η υπερβολική εμπιστοσύνη στις αγορές και τη λεγόμενη αυτορρύθμιση τους και η πεποίθηση, ότι αυτόματα η Ιδιωτική Πρωτοβουλία θα προχωρήσει σε «αναπτυξιακή» έκρηξη αν σμικρυνθεί το Κράτος που αποτελεί την αποκλειστική τροχοπέδη. Στη πραγματικότητα η αντίληψη αυτή υποκρύπτει τη βουλιμία των ιδιωτών να δρουν εντελώς αυθαίρετα και ανεξέλεγκτα από οποιοδήποτε κοινωνικό έλεγχο που το Κράτος είναι επιφορτισμένο να υλοποιεί και χρησιμοποιούν ως πρόσχημα τα πραγματικά μεγάλα προβλήματα στον κρατικό τομέα.

στ. Γιατί το Χρέος είναι δυσβάστακτο και αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο για την όποια προοπτική πραγματικής ανάπτυξης, αφού απορροφά κάθε πόρο που θα μπορούσε να κατευθυνθεί εκεί.

ζ. Γιατί υπάρχει εμπεδωμένη σε πολλούς η άποψη, ότι το πρόβλημα όντας ελληνικό είναι ταυτόχρονα και πανευρωπαϊκό και ότι αργά ή γρήγορα η Ευρώπη θα προχωρήσει σε πολιτικές που θα επιλύουν συνολικά το πρόβλημα και από τις οποίες εμείς θα επωφεληθούμε. Μιλούν για ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, για κοινή οικονομική πολιτική και άλλα τέτοια που θα οδηγήσουν σε ευρωομόλογα κτλ. Αρνούνται να κατανοήσουν, ότι οι ισχυρές χώρες της Ε.Ε. βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά απ’ ότι ο αφελής Έλλην ονειροπόλος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και πάντα σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, γιατί αυτοί γνωρίζουν πολύ καλά, ότι η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική που θα οδηγήσει την Ευρώπη στην ολοκλήρωσή της, απαιτεί τη σοβαρή μεταφορά πόρων από τις πλούσιες χώρες του Βορρά σε αυτές του Νότου και κάτι τέτοιο θέλουν να αποφύγουν με κάθε τρόπο. Εξ’ άλλου αυτό είπε καθαρά ο υπουργός οικονομικών της Φινλανδίας, νομίζω, σε συνέντευξή του μετά το πέρας των εργασιών της συνόδου της 25ης Μαρτίου, συμφώνησαν γιατί απεφεύχθη η με καθ’ οιονδήποτε τρόπο τέτοιου είδους μεταφορά πόρων. Και όταν θα έχουν σιγουρέψει πλήρως τα συμφέροντά τους και ό,τι έχουν να πάρουν θα το έχουν πάρει μέσα από το ξεπούλημα – ξεπουπούλιασμα, τότε θα μας επιτρέψουν την επίσημη χρεοκοπία και θα μας δείξουν την έξοδο από το ευρώ, γιατί καινούργιους καθαρούς πόρους προς εμάς αποκλείεται να κατευθύνουν, τι νόημα θα είχε αυτό άλλωστε; (θα μπορούσαν να μας αφήσουν αυτούς που έχουμε με διευθετήσεις κοινού συμφέροντος του χρέους).

Συνεπώς, η πρώτη και κύρια προϋπόθεση για την ανατροπή της φοράς των πραγμάτων είναι η ανατροπή του σημερινού καθεστώτος, που από αντιπροσωπευτική Δημοκρατία έχει μεταλλαχθεί σε ένα σύστημα Επαγγελματικού Κοινοβουλευτισμού, με πρώτη προτεραιότητά του τη διαιώνιση του! Έτσι, λύσεις ευνοϊκές για το Έθνος και το Λαό, δεν μπορεί κανείς σώφρων να περιμένει από το υπάρχον πολιτικό σύστημα, πολύ περισσότερο αφού οι λύσεις αυτές προϋποθέτουν αντίθεση έως και ρήξη με τα σημεία αναφοράς του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος, που είναι η παρασιτική και κρατικοδίαιτη επιχειρηματική ελίτ και τα ξένα συμφέροντα που αυτή εκφράζει. Βεβαίως υπάρχει Δημοκρατία στη χώρα, κακής ποιότητας όμως και με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στο βαθμό που να καταντάει απολύτως τυπική, αφήνοντας ένα μεγάλο μέρος της Κοινωνίας δίχως ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση!

Των παραπάνω δοθέντων αποκλείεται η οικονομική και πολιτική ελίτ της χώρας, που ευθύνεται κατά κύριο, αν όχι αποκλειστικά, λόγο για τη χρεοκοπία της χώρας, να λάβει τις απαιτούμενες αποφάσεις και να προχωρήσει μπροστά με γνώμονα το Εθνικό Συμφέρον. Έτσι, υπάρχει αδήριτη ανάγκη δημιουργίας ενός αντιστασιακού στις ακολουθούμενες πολιτικές Μετώπου, στηριζόμενο σε μια νέα Πατριωτική Εθνική Λαϊκή Ενότητα, που θα αντιστρέψει τους συσχετισμούς στη Κοινωνία και θα προχωρήσει στη πλήρη αποξήλωση της παρασιτικής και ξενόδουλης άρχουσας τάξης, ανατρέποντας ταυτόχρονα τη φορά των πραγμάτων, εκκινώντας από τη μη αναγνώριση του χρέους ως νομίμου και συνεπώς καθιστώντας το μη πληρωτέο, την εθελούσια έξοδό μας από το ευρώ και την αποφυγή των καταστρεπτικών συνεπειών από τους ευρωκανόνες για την ελληνική κοινωνία και οικονομία, που συνεπάγονται από τη παραμονή μας στην ΟΝΕ, τη Θεσμική Ανατροπή που απαιτείται από το Σύνταγμα της χώρας, μέσω μιας Λαϊκής Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, μέχρι και τον τελευταίο Νόμο και εγκύκλιο και βεβαίως την εκπόνηση ενός μεσομακροπρόθεσμου Εθνικού Σχεδίου Κοινωνικής και Οικονομικής Ανασυγκρότησης της χώρας.

Το ποτάμι βεβαίως είναι πολύ ορμητικό και η προσπάθεια δημιουργίας αναχωμάτων που θα του αλλάξει πορεία εξαιρετικά δύσκολη και με πολλούς κινδύνους. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν θα πρέπει να προσπαθήσει, να αντισταθεί στη φορά των πραγμάτων με όσες δυνάμεις και ό,τι μέσα έχει στη διάθεσή του.…

Όθων Κουμαρέλλας

Αρχιτέκτων – Μηχανικός

Συνεργάτης – Αρθρογράφος

About these ads
 
 

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: